Fragile Dreams

Η Τζούλια κατέβασε την κούτα απ’ το πατάρι. Κάθισε ανακούρκουδα στο πάτωμα και την πήρε στην αγκαλιά της. Περιείχε παλιές φωτογραφίες, αποκόμματα από εισιτήρια, χαρτιά με σημειώσεις και χύμα στίχους και σκίτσα, αποδείξεις, ληγμένους λογαριασμούς, χαλασμένα σκουλαρίκια και μπιζού και μπρελόκ, πενάκια και μολύβια και χάρακες κι άλλα εργαλεία της δουλειάς της, ένα ημερολόγιο στο οποίο ποτέ δεν έγραψε και μια σπασμένη ομπρέλα τσέπης. Αναμνήσεις.

Αναμνήσεις… Θυμόταν πού απέκτησε ή έγραψε ή χρησιμοποίησε ή χάλασε ή μοιράστηκε το κάθε τι απ’ τα περιεχόμενα αυτής της κούτας. Τα έφερε στο νου της ένα ένα, κάθε λέξη, κάθε ζωγραφιά, χάιδεψε τους χαλασμένους κρίκους απ’ τα αγαπημένα της σκουλαρίκια, άνοιξε την ομπρέλα και προσπάθησε για ακόμα μια φορά να την διορθώσει, ξεφύλλισε το ημερολόγιο… Ημερολόγιο εκείνης της χρονιάς κατά την οποία ήταν πολύ απασχολημένη με το να ζει για να γράψει για τη ζωή της. Ένα εισητήριο μιας παράστασης που περίμενε πώς και πώς και τελικά αποδείχτηκε απογοήτευση. Θολές φωτογραφίες προσώπων που είχε να δει χρόνια. Νύχτες που πέρασε έξω και μέρες που πέρασε μέσα. Ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές. Αναμνήσεις γλυκόπικρες, όπως όλες οι αναμνήσεις.

Η Τζούλια έκλεισε τα μάτια της και άνοιξε την κούτα. Κοίταξε δισταχτικά. Ήταν άδεια.

 

Ήταν αλήθεια. Άδεια! Όπως της είπε ότι θα είναι! Ήταν όλα αλήθεια, η τελευταία απόδειξη ήταν μπροστά της. Τα καταλάβαινε όλα τώρα, λες και μ’ ένα “κλικ” όλα μπήκαν στη θέση τους, όλες οι ανακρίβειες, όλα τα κενά, όλα τα λάθη, όλα όσα δεν είχαν πριν νόημα τώρα ήταν ξεκάθαρα. Αναμνήσεις ψεύτικες ή δανεικές. Φθηνή σκηνοθεσία, απόλυτη εμπιστοσύνη στην ικανότητά τους να εμπιστεύονται απόλυτα. Σηκώθηκε απότομα και κλώτσησε δυνατά την άδεια κούτα.

“Ταπ”! Κάτι έπεσε από μέσα. Έτρεξε και το έπιασε. Ήταν αρκετά μικρό και άχρωμο ώστε να μην το έχει προσέξει πριν. Στο χρώμα του δέρματος, αλλά πιο ανοιχτόχρωμο απ’ τα χέρια της και ημιδιαφανές. Περίπου στο σχήμα και μέγεθος ενός κρεμαστού κουμπιού, αλλά ξεκάθαρα διαφορετικό. Το υλικό θύμιζε πολύ λείο καουτσούκ, μαλακό και ελαστικό, αλλά πιο βαρύ, σαν να είχε μεταλλική καρδιά. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο. Ωστόσο είχε την αίσθηση ότι ήταν το μέρος από κάτι μεγαλύτερο.

Χωρίς να ξέρει γιατί και πώς, πλησίασε το αντικείμενο στο αριστερό αυτί της, μάζεψε τα μαλλιά της και το ακούμπησε ακριβώς απο πίσω. Ένιωσε έναν στιγμιαίο οξύτατο πόνο, σαν καρφίτσες να την τρυπάνε ως τον εγκέφαλο, καθώς το αντικείμενο -ότι κι αν ήταν- αγκιστρώθηκε πάνω της και μπήκε στη θέση του.

 

Αυτό που ανοιγόκλεισε τα μάτια πέντε λεπτά αργότερα δεν ήταν πια η Τζούλια…

Advertisements